Στην παραλία της δυτικής Πελοποννήσου, οι Δεξαμενές αφηγούνται μια ιστορία που ξεκινά από την ακμή της σταφίδας και φτάνει μέχρι τη σύγχρονη αρχιτεκτονική επανάχρηση. Από βιομηχανική υποδομή εξαγωγής κρασιού, το συγκρότημα μετασχηματίζεται σε έναν τόπο φιλοξενίας που διατηρεί ζωντανή τη μνήμη του, αναδεικνύοντας την υλικότητα και τον χαρακτήρα του. Μέσα από διακριτικές παρεμβάσεις, το παρελθόν δεν σβήνεται, αλλά ενσωματώνεται σε μια νέα εμπειρία χώρου, φωτός και τοπίου.
Η ιστορία των Δεξαμενών ξεκινά στην «εποχή της σταφίδας». Από την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1830, η καλλιέργεια της σταφίδας πήρε εντυπωσιακές διαστάσεις και βρέθηκαν στην κορυφή των εξαγώγιμων προϊόντων του ελληνικού βασιλείου. Όταν όμως ξέσπασε η κρίση της σταφίδας στην Ελλάδα, γύρω στο 1910, το εμπόριο κατέρρευσε και προέκυψε η ανάγκη για διοχέτευση του απώλητου αποθέματος σταφίδας σε εναλλακτικά προϊόντα, όπως το κρασί. Τότε δημιουργήθηκαν τα πρώτα οινοποιεία και αποστακτήρια. Οι Δεξαμενές χτίστηκαν μπροστά στην παραλία, ώστε τα πλοία να φορτώνονται με κρασί άμεσα από τις δεξαμενές, προτού σαλπάρουν για αγορές overseas. Τα derelict βιομηχανικά κελύφη χαρακτηριστικά του οικοπέδου, έμειναν σχετικά ανέπαφα από το 1920, με μια ήσυχη παρουσία σε μια από τις παρθένες και πλέον όμορφες ακτές της Δυτικής Πελοποννήσου.

Εξ αρχής, ήταν σαφές ότι η ισχυρή ιστορία και η ωμή ομορφιά των υπάρχοντων κτιρίων όχι απλά θα έπρεπε να διατηρηθεί, αλλά και να αναδειχθεί μέσω ενός σχεδιασμού που θα έπνεε νέα ζωή στους τοίχους τους. Ο νέος σχεδιασμός συμπληρώνει τον μπρουταλισμό τους με κομψές επεμβάσεις και μεταμορφώνει τον αυστηρό φανξιοναλισμό τους σε έναν τόπο γαλήνης, άνεσης και χαλάρωσης. Με μια συμπληρωματική παλέτα σκυροδέματος, σιδήρου, ξυλείας και γυαλιού εξασφαλίζεται η ελαφρότητα των νέων κατασκευών, αφήνοντας σχετικά ανέπαφα τα υφιστάμενα κελύφη και διατηρώντας την ισχυρή τους παρουσία.

Το σημείο πρόσβασης στο ξενοδοχείο γίνεται διακριτικά από τον adjacent δρόμο, με την υποδοχή να στεγάζεται στο πρώτο από τα δύο κομψά περίπτερα, που στέκονται στην απόληξη των υπάρχοντων μπετονένιων κτιρίων των δεξαμενών. Με τα υαλοπετάσματα πλήρως ανοιγμένα, ο χώρος της υποδοχής στέκεται πάνω σε μια μπετονένια πλάκα, στεγασμένη με ένα ξύλινο περσιδωτό εκτεταμένο στέγαστρο, που λάμπει κατά τις απογευματινές ώρες και προσφέρει δροσιά στη σκιά του και ανακούφιση από το θερμό ήλιο κατά τη διάρκεια της μέρας. Το βάρος της ιστορίας του τόπου είναι αισθητό στα γύρω μπετονένια κτίρια και τα περίτεχνα εκτεθειμένα θραύσματά τους. Παρόλα αυτά, η ενέργεια των νέων χώρων πλημμυρισμένων με φως δημιουργεί μια αίσθηση ανάτασης, καθώς προχωρά κανείς προσπερνώντας το μικρό κατάστημα, προς την κεντρική αυλή.
Κυρίαρχα στο οικόπεδο στέκονται τα δύο επιμήκη μπετονένια μπλοκ, κάθε ένα από τα οποία χωρίζεται κατά μήκος σε δύο σειρές από 10 δεξαμενές αποθήκευσης κρασιού. Αυτές οι δεξαμενές, διαστάσεων περίπου 5μ επί 6μ, τηρούν τις τέλειες αναλογίες για τη μετατροπή τους σε ξενοδοχειακά δωμάτια, κάθε ένα από αυτά με αυτόνομο λουτρό και στεγασμένη αυλή. Ο χώρος μεταξύ των δύο μπλοκ μεταμορφώνεται από βιομηχανική μάντρα σε μια αυλή ιδανική για χαλάρωση και διαλογισμό. Μια ρηχή δεξαμενή νερού διαχωρίζει τις δύο σειρές δωματίων, ανακλώντας φως και προσφέροντας μια δροσερή ανάσα στα θερμά καλοκαιρινά απογεύματα. Τα επιβλητικά μεταλλικά τύμπανα που δανείζουν και στο ξενοδοχείο το χαρακτηριστικό τους σύμβολο, διατηρήθηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα και αναδύονται περήφανα μέσα από το νερό. Η είσοδος σε αυτά γίνεται με βήματα πάνω στο νερό, που προέρχονται από τα ατόφια αποκόμματα των τοιχίων των δεξαμενών που έγιναν για τα ανοίγματα των δωματίων. Μέσα στους κυλινδρικούς αυτούς χώρους, οι επισκέπτες βιώνουν μοναδικά παιχνίδια φωτός και ακουστικής.

Τοπικές ποικιλίες σταφυλιού και σταφίδας καθιερώνονται στις γωνιές αυτού του κήπου, και σταδιακά αναρριχώμενα θα συνεισφέρουν στο μικροκλίμα και την παραγωγή του ξενοδοχείου.
Τα δωμάτια της αυλής διατάσσονται ομοίως, με μέγιστη εργονομία. Αυθεντικά χαρακτηριστικά, όπως οι θυρίδες και οι σωλήνες στην όψη των κτιρίων των δεξαμενών, καθώς και η πατίνα στην επιφάνεια των εσωτερικών τοίχων διατηρούνται. Μέσα, ένα λεπτό μαύρο μεταλλικό πλαίσιο συλλέγει τις διάφορες λεπτομέρειες μέσα στο χώρο των 30τμ, οργανώνοντάς τες με απόλυτη ακρίβεια. Ανάγλυφα γυαλιά επιτρέπουν την δίοδο του φωτός από το δωμάτιο και την γκαρνταρόμπα στον διακριτικά απομονωμένο χώρο του λουτρού. Γενναιόδωρες αναλογίες στα επιμέρους του στοιχεία προσθέτουν πινελιές πολυτέλειας μαζί με τους θερμούς τόνους και τις πλούσιες υφές των επιφανειών, ενώ το λείο μωσαϊκό λειτουργεί οπτικά ως συνδετικός κρίκος με τα αδρανή του τσιμέντου, που προέρχονται από τα έγχρωμα βότσαλα της παραλίας, και αποκαλύπτονται στα σημεία όπου οι τοίχοι δέχτηκαν τομές για τη διάνοιξη νέων ανοιγμάτων.
Η εσωτερική διάταξη των δωματίων στο θαλάσσιο μέτωπο διαφοροποιείται, για την καλύτερη σύνδεσή τους με τη θέα και την παραλία. Έτσι, τα κρεβάτια τοποθετούνται στον άξονα το συρόμενου μεγάλου ανοίγματος, κοιτώντας ευθεία προς τη θάλασσα, με εξατομικευμένα καδραρισμένες θέες του ηλιοβασιλέματος μέσα από τη στεγασμένη αυλή. Μια πλατιά promenade, ανυψωμένη πάνω από την άμμο, οδηγεί με μονοπάτια προς τα λοιπά μέρη του ξενοδοχείου και την παραλία. Ακόμα και οι χειρολαβές της promenade παίζουν έναν ξεχωριστό ρόλο στο σχεδιασμό, αποτελούμενες από τμήματα των υδραυλικών σωληνώσεων που βρίσκονταν στην οροφή των δεξαμενών και εξυπηρετούσαν ανάγκες άρδευσης.

Πέραν των δωματίων στις δεξαμενές, τα δύο περίπτερα και την κεντρική αυλή, δύο επίσης προυπάρχοντα λιθόκτιστα κτίρια διαμορφώθηκαν ώστε να στεγάσουν χώρους εστίασης και εκδηλώσεων, εστιάζοντας στην προώθηση της τοπικής κουλτούρας και παράδοσης, και της ιστορίας του τόπου μέσω τέχνης και κουζίνας. Τούβλα που βρέθηκαν στο εσωτειρκό αυτών των κτιρίων αναδιατάσσονται για να διαμορφώσουν τα δάπεδα και τους προαύλιους χώρους, ενώ οι κεραμοσκεπές ανακατασκευάστηκαν με κεραμικά στοιχεία που παράγονται στην περιοχή, και δεν ξεχωρίζουν από τα προϋπάρχοντα.
Ο χώρος της ταβέρνας ξετυλίγεται γύρω από μια ανοιχτή κουζίνα και ένα μεγάλο τραπέζι, ιδανικό για οινογνωσία και εργαστήρια μαγειρικής, καθώς και μια εξωτερική τραπεζαρία, όπου οι φιλοξενούμενοι απολαμβάνουν γεύματα παρασκευασμένα με τοπικά προϊόντα, σε όλη τη διάρκεια της μέρας. Άλλο ένα κτίριο, πλήρως εξοπλισμένο, είναι ικανό να φιλοξενήσει εκδηλώσεις ποικίλλων κλιμάκων, όπως εκθέσεις, εργαστήρια ή ομιλίες. Το ξενοδοχείο διαμορφώνει ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα που ενημερώνεται διαρκώς, με εκθέσεις, εγκαταστάσεις και παραστάσεις επιμελημένες από προσκεκλημένους καλλιτέχνες στη διάρκεια της θερινής περιόδου.
Το εγχείρημα των Δεξαμενών ωριμάζει σαν το καλό κρασί, και ενισχύεται ως ιστορία συνέχειας που ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία, παραμένοντας σε κατάσταση διαρκούς εντροπίας. Δομικό κομμάτι του χαρακτήρα του αποτελεί ένας διακριτικός επαναπροσδιορισμός, καθώς το ξενοδοχείο εξελίσσεται μέσα από σεμνές χειρονομίες ήδη από την έναρξη της λειτουργίας του.
Από τη σύλληψή του, σκοπός ήταν η εφευρετική ενεργοποίηση των υφιστάμενων στοιχείων του. Έτσι, τα δύο κυλινδρικά σιλό σφύζουν από δραστηριότητες ευεξίας, καλλιτεχνικά και περιοδικά γαστρονομικά δρώμενα, με κάθε αφορμή να ανοίγει έναν ουσιώδη διάλογο με το παρελθόν.
Παράλληλα, τα ίδια τα μπλοκ των δεξαμενών αναζητούσαν πορείες εξέλιξης, και έτσι εν τέλει ένα νέο σκέλος να αναδύθηκε από τη στιβαρή μπετονένια βάση.

Λίγα χρόνια μετά την έναρξη της λειτουργίας του, και ενώ το πολιτισμικό και γαστρονομικό πρόγραμμα συνέχιζε να εμπλουτίζεται, φάνηκε καθαρά πως το ξενοδοχείο ήταν έτοιμο να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις υποδομές φιλοξενίας του, με μια ενότητα που θα εξακολουθούσε να τιμά τον αυθεντικό χαρακτήρα των Δεξαμενών, μέσα από μια νέα προοπτική.
Προτού ακόμα οι δεξαμενές γίνουν προσβάσιμες στο εσωτερικό τους, οι οροφές τους ήταν το σημείο από όπου κανείς τις προσέγγιζε, ανταμοιβόμενος με μια ασυναγώνιστη αίσθηση ανάτασης. Η τυχαία ανακάλυψη αυτού του προνομιούχου σημείου, από όπου κανείς απολάμβανε ανεμπόδιστα τη θέα του ορίζοντα, ενέπνευσε την προσθήκη ενός νέου ορόφου που ακουμπά απαλά στο δώμα της συμπαγούς δεξαμενής.
Οκτώ νέα δωμάτια στεγάζονται σε αυτή την υπερυψωμένη κατασκευή. Ένα ελαφρύ σύστημα από κυκλικές μεταλλικές διατομές και πλήρωση από ξύλινα πανέλα στηρίζεται πάνω στη συμπαγή βάση, υπογραμμίζοντας το περίγραμμά της χωρίς να το επιβαρύνει. Χάρη σε αυτή την ελαφρότητα, το στέγαστρο δίνει την ψευδαίσθηση ότι αιωρείται πάνω από την υποδομή του.
Ένα φιλμ νερού περιγράφει την ακμή της υπαίθριας βεράντας προς το θαλάσσιο μέτωπο, και ενώνει οπτικά το κτίριο με τη γραμμή του ορίζοντα. Τα παιχνίδια αντανάκλασης του φωτός στην ξύλινη επιφάνεια της πέργκολας ενισχύουν το ναυτικό χαρακτήρα του νέου αυτού χώρου.
Η παλέτα υλικών που ντύνει τα υπάρχοντα δωμάτια συνεχίζεται και εδώ, όπως και η χωρική οργάνωση. Το δωμάτιο ανοίγεται προς το θαλάσσιο μέτωπο, καταλήγοντας σε μια γενναιόδωρη βεράντα, ενώ η πρόσβαση από τη μεριά της εσωτερικής αυλής συνδέει τον όροφο με τη ζωή στο υπόλοιπο ξενοδοχείο. Από εδώ κανείς απολαμβάνει την επιβλητική θέα των σιλό, του αμπελώνα και της όλης δραστηριότητας του ξενοδοχείου.
Αυτή η προσθήκη λειτουργεί όχι μόνο σαν επέκταση της δυναμικότητας του ξενοδοχείου, αλλά συνοψίζει, γεμίζει με ζωή και επεκτείνει το αφήγημα των Δεξαμενών. Το μέλλον του δώματος της δεύτερης δεξαμενής παραμένει ανοιχτό – ένας λευκός καμβάς για πειραματισμό και ανακάλυψη. Και καθώς κανείς ατενίζει από αυτό το ανυψωμένο σημείο, ο ορίζοντας απλώνεται, απέραντος και ανεξερεύνητος, έτοιμος να γεμίσει με το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας του ξενοδοχείου.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΡΓΟΥ
Όνομα: Dexamenes Seaside Hotel
Αρχιτέκτονας: K-Studio
Τοποθεσία: Κουρούτα, Πελοπόννησος
Φωτογραφία: BREBA – Claus Brechenmacher & Reiner Baumann