Η διεθνής κοινότητα έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Μεταξύ αυτών, η διπλασιασμός της απόδοσης ενέργειας μέχρι το 2030 αποτελεί ένα από τα κεντρικά στοιχήματα που συμφωνήθηκαν στη Σύνοδο COP28 το 2023. Ωστόσο, η πρόσφατη έκθεση Energy Efficiency 2025 της International Energy Agency (IEA) αποκαλύπτει ότι απέχουμε ακόμα πολύ από την επίτευξη αυτού του στόχου και, μάλιστα, παρά τις αυξημένες επενδύσεις και πολιτικές πρωτοβουλίες, η πρόοδος έχει επιβραδυνθεί σημαντικά.

Η ενεργειακή απόδοση στην παγκόσμια ατζέντα
Η ενεργειακή απόδοση —η ικανότητα να παράγεις περισσότερο με λιγότερη ενέργεια— είναι ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους μείωσης των εκπομπών CO2, ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και μείωσης των ενεργειακών δαπανών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την έκθεση, παρά την αυξημένη πολιτική δράση και την επενδυτική αύξηση, ο μέσος ετήσιος ρυθμός βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης από το 2019 έως σήμερα είναι περίπου 1,3%, πολύ κάτω από τον απαιτούμενο 4% για την επίτευξη των στόχων του 2030.
Η βραδύτητα αυτή αντανακλά τις συνεχιζόμενες δυσκολίες στην εφαρμογή πρακτικών βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σε βασικούς τομείς της οικονομίας — με κυρίαρχο παράδειγμα τον τομέα των κτιρίων, που παραμένει ο μεγαλύτερος εκπομπός CO2 παγκοσμίως.
Τα κτίρια: Η «αχίλλειος πτέρνα» της αποδοτικότητας
Σύμφωνα με σχετικό άρθρο στο Renewable Energy Magazine, η IEA τονίζει ότι τα κτίρια εξακολουθούν να είναι η μεγαλύτερη πηγή εκπομπών CO2 σε παγκόσμιο επίπεδο, ξεπερνώντας ακόμη και πολλούς βιομηχανικούς κλάδους. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στην ενέργεια που καταναλώνουν για θέρμανση, ψύξη και φωτισμό, αλλά και στη συνολική ενεργειακή τους συμπεριφορά, από την κατασκευή μέχρι τη λειτουργία τους.
Η έκθεση διαπιστώνει ότι, μέχρι τα μέσα του 2025, υπήρχαν περίπου 95 υποχρεωτικοί κανονισμοί για κατοικίες και 97 για μη οικιστικά κτίρια, καλύπτοντας περίπου 60% των νέων κτιρίων παγκοσμίως. Ωστόσο, πολλοί από αυτούς τους κανονισμούς επικεντρώνονται περισσότερο στο σχεδιασμό και τις τεχνικές προδιαγραφές παρά στη λειτουργική απόδοση των εγκαταστάσεων. Αυτό σημαίνει ότι ένα κτίριο μπορεί να είναι θεωρητικά «ενεργειακά αποδοτικό», αλλά να καταναλώνει υπερβολική ενέργεια στην καθημερινή του λειτουργία λόγω κακών πρακτικών ή ανεπαρκούς διαχείρισης ενέργειας.
Ένας από τους ειδικούς που φιλοξενούνται στο άρθρο, ο CEO της εταιρείας Exergio, Donatas Karčiauskas, υποστηρίζει ότι οι σημερινοί κώδικες ενέργειας δεν παρέχουν ουσιαστικές οδηγίες για το πώς πρέπει να λειτουργούν τα ενεργειακά συστήματα μέσα στα κτίρια σε πραγματικό χρόνο, για παράδειγμα, πώς πρέπει να ρυθμίζονται ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, τον πληθυσμό ή την πραγματική ζήτηση.
Επενδύσεις και πολιτικές δράσεις
Παρά τις προκλήσεις, υπάρχει ένα θετικό στοιχείο: οι επενδύσεις στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης συνεχίζουν να αυξάνονται. Η έκθεση δείχνει ότι το 2024 οι επενδύσεις σε αναβαθμίσεις κτιρίων ήταν πάνω από 20% υψηλότερες σε σύγκριση με το 2019, φτάνοντας περίπου τα 120 δισεκατομμύρια δολάρια. Επιπλέον, το 2025 αναμένεται η συνολική επένδυση στην ενεργειακή απόδοση να προσεγγίσει τα 800 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 6% σε σχέση με το 2024 και πάνω από 70% σε σχέση με το 2015.
Ωστόσο, η έκθεση επισημαίνει ότι πάνω από το 90% αυτών των επενδύσεων προέρχεται από νοικοκυριά και ιδιώτες επενδυτές, με ένα πολύ μικρό ποσοστό να χρηματοδοτείται από δημόσιους πόρους. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη για ισχυρότερη δημόσια στήριξη και ευρύτερη συμμετοχή του κρατικού τομέα σε πρωτοβουλίες ενεργειακής απόδοσης, τόσο για να μειωθεί το κόστος για τους καταναλωτές όσο και για να ενισχυθεί η συνολική κλίμακα των δράσεων.
Η σημασία των ψηφιακών λύσεων
Μία από τις σημαντικότερες διαπιστώσεις της έκθεσης είναι ο ρόλος που μπορούν να παίξουν οι ψηφιακές τεχνολογίες και τα εργαλεία αυτοματοποίησης στην αύξηση της ενεργειακής απόδοσης. Σύμφωνα με την IEA, οι ψηφιακές λύσεις μπορούν να επιφέρουν έως και 40% εξοικονόμηση ενέργειας χωρίς την ανάγκη αντικατάστασης εξοπλισμού, απλά μέσω καλύτερου ελέγχου και βελτιστοποίησης των συστημάτων.
Πολλές χώρες έχουν ήδη ενσωματώσει απαιτήσεις για προηγμένα συστήματα αυτοματισμού και ελέγχου στα εμπορικά κτίρια, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή Οδηγία για την Ενεργειακή απόδοση Κτιρίων. Παρόμοιες υποχρεώσεις υπάρχουν επίσης στη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Σιγκαπούρη, την Αυστραλία και την Ινδία.
Τα συστήματα που βασίζονται σε τεχνητή νοημοσύνη (AI) μπορούν να λειτουργήσουν ως «εγκέφαλος» για την ενεργειακή διαχείριση, διαβάζοντας δεδομένα σε πραγματικό χρόνο και ρυθμίζοντας συσκευές όπως HVAC, αντλίες θερμότητας και άλλες ενεργοβόρες μονάδες ώστε να ελαχιστοποιούν την άσκοπη κατανάλωση.
Πολιτικές προκλήσεις και ο δρόμος προς το 2030
Παρά τις θετικές επενδυτικές τάσεις και τα νέα πολιτικά μέτρα (πάνω από 250 νέες ή επικαιροποιημένες πολιτικές δράσεις για την ενεργειακή απόδοση το 2025), ο κόσμος παραμένει εκτός τροχιάς για την επίτευξη των στόχων του 2030.
Αν και χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία δείχνουν κάποια σημάδια βελτίωσης σε σχέση με τις επιδόσεις τους τη δεκαετία του 2010, το συνολικό παγκόσμιο πρότυπο παραμένει πολύ χαμηλότερο από ό,τι απαιτείται, εν μέρει λόγω της αυξανόμενης ζήτησης για ενέργεια, της αργής προσαρμογής πολιτικών στις καινούργιες τεχνολογίες και της συνεχιζόμενης χρήσης λιγότερο αποδοτικών μορφών παραγωγής ενέργειας.
Η έκθεση Energy Efficiency 2025 της IEA αποτελεί μια καθαρή υπενθύμιση ότι, ενώ η ενεργειακή απόδοση παραμένει ένας ακρογωνιαίος λίθος για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την επίτευξη βιώσιμων ενεργειακών συστημάτων, η πρόοδος παραμένει ανεπαρκής.
Για να αλλάξει αυτό, είναι απαραίτητο:
- Να ενισχυθούν οι πολιτικοί στόχοι, με πιο φιλόδοξους κανονισμούς και πρότυπα.
- Να αυξηθούν οι δημόσιες επενδύσεις, ώστε να συμπληρώσουν και να διευκολύνουν τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες.
- Να υιοθετηθούν ευρέως ψηφιακά εργαλεία και τεχνολογίες, ιδίως εκείνες που αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη.
- Να δοθεί έμφαση όχι μόνο στον σχεδιασμό των συστημάτων, αλλά και στην καθημερινή λειτουργία και διαχείρισή τους.
Ένας ουσιαστικός συνδυασμός πολιτικής βούλησης, τεχνολογικής καινοτομίας και δημόσιας υποστήριξης μπορεί να βοηθήσει ώστε η ενεργειακή απόδοση να παραμείνει στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης και να ενισχύσει την πορεία προς την επίτευξη των κλιματικών στόχων του 2030.